PROZ.COM COVID-19 RESOURCE CENTER
Access Covid-19 jobs, answer relevant terminology questions, read industry news and more.

Translation glossary: English - Greek medical glossary

Creator:
Filter
Reset
Showing entries 1-50 of 231
Next »
 
(αρτηριακά) στελέχηarterial trunks 
Greek to English
(oxygen) conserverσυσκευή εξοικονόμησης οξυγόνου, (;) εξοικονομητής οξυγόνου 
English to Greek
*Υπόσκληρος* όγκος (tumor)moderately hard tumour 
Greek to English
1,2-propanediol,1-acetate1-οξική προπανο-1,2-διόλη | οξικός 2-υδροξυπροπυλεστέρας | οξικό 2-υδροξυπροπύλιο 
English to Greek
3T sellar MRIμαγνητική τομογραφία τουρκικού εφιππίου 3T 
English to Greek
a dialysis probeμήλη (αιμο)κάθαρσης 
English to Greek
A disintegrinμια δισιντεγκρίνη 
English to Greek
a female luer lock hubθηλυκός ομφαλός Luer Lock 
English to Greek
a treatment of physician's choice (TPC)Αγωγή Επιλογής του Ιατρού ή Αγωγή Επιλεγμένη από Ιατρό (ΑΕΙ) 
English to Greek
A-weighted RMS sound pressure levelΑ-σταθμισμένη/σταθμισμένη-Α μέση τετραγωνική τιμή (rms) της πίεσης του ήχου 
English to Greek
across temporal and spatial proximityγια τη χρονική και χωρική εγγύτητας (γειτνίασης) 
English to Greek
address (here)εξετάζω, αντιμετωπίζω, επιλαμβάνομαι 
English to Greek
allele dose codingκωδικοποίηση δόσεων αλληλομόρφων, κωδικοποίηση δόσης αλληλομόρφου 
English to Greek
anesthesia rotationκυκλικό πρόγραμμα εκπαίδευσης στην αναισθησιολογία 
English to Greek
antegrade / retrograde placementορθόδρομη / παλίνδρομη τοποθέτηση 
English to Greek
Antibody to Hepatitis B surface Antigen (Humain)αντίσωμα έναντι του επιφανειακού αντιγόνου του ιού της ηπατίτιδας Β (HbsAg) 
English to Greek
aortic cross clampingαποκλεισμός αορτής 
English to Greek
artifactualψευδής, εικονική, ως αποτέλεσμα ψευδούς ευρήματος 
English to Greek
atorvastatin calcium trihydrateασβεστιούχος ατορβαστατίνη, τριένυδρη / τριένυδρη ασβεστιούχος ατορβαστατίνη 
English to Greek
back tableεκτός του οργανισμού 
English to Greek
BBS (buried bumper syndrome)σύνδρομο ενταφιασμού του έσω σταθεροποιητή 
English to Greek
bilateral cingulate gyrusαμφίπλευρη έλικα προσαγωγίου 
English to Greek
biliary dilation cathetersκαθετήρες διαστολής χοληφόρων 
English to Greek
by increments ofκατά βήματα των..., κατά αυξητικά βήματα των... 
English to Greek
cascadeκαταρράκτης 
English to Greek
Cell strainerφίλτρο κυττάρων 
English to Greek
Coa sesΣτεντ που εκλύει σιρόλιμους για την αντιμετώπιση της στένωσης της αορτής 
Greek to English
coaxial coarse and fine driveομοαξονικός μηχανισμός μεγαλομετρικής και μικρομετρικής εστίασης / αδρής και λεπτής ρύθμισης εστίασης 
English to Greek
conditional on matching factorsδεσμευμένη για εξομοιωμένους παράγοντες 
English to Greek
crossbridgesεγκάρσιες γέφυρες 
English to Greek
de-medicaliseαποϊατρικοποίηση 
English to Greek
dead man switchδιακόπτης (ασφαλείας) που επιτρέπει τη λειτουργία μόνο όταν πιέζεται (τύπου dead man) 
English to Greek
decompensatedμη αντιρροπούμενη 
English to Greek
efficacy/effectiveness studiesδοκιμαστικές/ερευνητικές μελέτες/ μελέτες αποτελεσματικότητας 
English to Greek
fasciculationδεσμίδωση 
English to Greek
Fistulagramσυριγγογραφία | συριγγιογραφία (βλ. συζήτηση) 
English to Greek
fit to individual participant dataκατάλληλο/προσαρμοσμένο στα δεδομένα του κάθε συμμετέχοντα | (το μοντέλο) προσαρμόστηκε σε δεδομένα (σε επίπεδο) μεμονωμένων συμμετεχόντων 
English to Greek
fitted by restricted cubic splinesπροσαρμοσμένη μέσω περιορισμένων κυβικών τμηματικών πολυωνύμων (splines) 
English to Greek
foil/foil blistersσυσκευασία μπλίστερ αλουμινίου 
English to Greek
fungating carcinomasανθοκραμβοειδή καρκινώματα | ελκωτικά καρκινώματα | καρκινώματα μυκητοειδούς όψης (βλ. Explanation) 
English to Greek
fusion takedownαρθρόδεση, αρθροδεσία 
English to Greek
gene bulletsμικροβλήματα γονιδίων 
English to Greek
Glyceryl 1-acetate1-οξικός γλυκερυλεστέρας | 1-οξικό γλυκερύλιο | μονοακετίνη/1 οξική γλυκερόλη 
English to Greek
groinβουβώνας/βουβωνική χώρα 
English to Greek
ICONέλεγχος β- χοριακής γοναδοτροπίνης στα ούρα 
English to Greek
In singlicateεις απλούν 
English to Greek
incrementδιαβαθμίσεις (αύξησης)/διαβαθμισμένο σε ή διαβάθμιση 40 (αυξητικών)βημάτων/θέσων 
English to Greek
ingrowth of tissue into the implantανάπτυξη ιστού μέσα στο εμφύτευμα | είσφρυση ιστού στο εμφύτευμα 
English to Greek
institutional review boardΕπιστημονικό Συμβούλιο Εγκρίσεων (ΕΣΕ) 
English to Greek
intestinal villiεντερικές λάχνες 
English to Greek
Next »

Your current localization setting

Galician

Select a language

All of ProZ.com
  • All of ProZ.com
  • Procura de termos
  • Traballos
  • Foros
  • Multiple search